"Όπου και αν με πήγαν οι θεωρίες μου, βρήκα ότι ένας ποιητής ήδη είχε πάει εκεί". Ζίγκμουντ Φρόυντ
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΡΕΤΗ ΓΚΙΩΝΑΚΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΡΕΤΗ ΓΚΙΩΝΑΚΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

19/7/19

ΣΚΟΝΙΣΜΕΝΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ - ΑΡΕΤΗ ΓΚΙΩΝΑΚΗ


Κοιτάζω έξω από το σκονισμένο παράθυρο
το γέρικο πλατάνι,
που ρίχνει τους ίσκιους του ξεδιάντροπα
πάνω στον χορταριασμένο από καιρό κήπο
Είναι θαρρώ Ιούνιος,
-αλήθεια πότε πέρασε ο χρόνος-
και όλα γύρω μου στέκουν ακίνητα,
νωθρά, παραμελημένα
Σκέφτομαι να περάσω την σπασμένη πόρτα
που με χωρίζει
από την ανυπαρξία της συνείδησης
στην επάρκεια του τώρα...
Αλλά και πάλι, κάτι με εμποδίζει
να αφεθώ ελεύ­θερα στις στιγμές,
κάτι με απαλλοτριώνει και με αδρανεί
αφομοιώνοντάς μου όλα τα θέλω

Θυμάμαι λοιπόν, ένα παλιό καλοκαιριάτικο βράδυ
-Ιούνιος θα ’ταν και τότε-
εσύ χαμογελούσες
κάτω από τον γέρικο πλάτανο
τα σπουργίτια γύρω μας
τιτίβιζαν  ρυθμικά
εγώ χόρευα γύρω σου χτυπώντας παλαμάκια
και ένα τριζόνι,
έκοβε τους χτύπους της καρδιάς μας
στη μέση
με το μονότονο και θλιμμένο
τραγούδι του
Θυμάσαι;
Πως μ’ έπιασες από το χέρι
και με τράβηξες μέσα
στο κατώφλι της αιωνιότητας
χαρίζοντάς μου το μεγαλείο,
της αθάνατης λάμψης...

Απόψε,
ένα τριζόνι πάλι ξεκίνησε το τραγούδι του
Α, τελικά, πως μοιάζουν οι μέρες,
οι νύχτες, τα όνειρα,
όσα θυμάμαι και ξεχνώ,
όσα με θλίβουν
και όσα με κάνουν ακόμα να χαίρομαι

Εσύ όμως, είσαι εκεί...
Στέκεις ανάμεσα στα πράσινα φύλλα
του γέρικου πλάτανου
κουρασμένος και σιωπηλός πια,
κοιτάζοντάς με μελαγχολικά
καθώς το φως του φεγγαριού
δίνει λευκές, γκρίζες, θαμπές αποχρώσεις
στο βουλιαγμένο βλέμμα σου

Θέλει θάρρος η έξοδος
από την σπασμένη πόρτα
κι εγώ, ρηξικέλευθα στέκω,
εξετάζοντας όλα τα ενδεχόμενα...
Το πιο πιθανό βέβαια είναι
να περάσω
τις υπόλοιπες μέρες και νύχτες μου
κοιτάζοντάς σε 
απ’ το σκονισμένο παράθυρο
παλιέ και γνώριμε Έρωτά μου!


 Από το βιβλίο "Η ΠΕΤΡΑ ΤΗΣ ΣΙΒΥΛΛΑΣ",
Εκδόσεις Πνοές Λόγου και Τέχνης
ΠΗΓΗ ARTIFACT SPIRIT

17/6/19

ΜΙΚΡΗ ΜΑΝΤΙΣΣΑ - ΑΡΕΤΗ ΓΚΙΩΝΑΚΗ


Την είδε από ψηλά, καθώς στεκόταν όρθιος, στο σκαλοπάτι της Αβύσσου…
Καθισμένη πάνω στην αμφιβολία της νύχτας
Καθισμένη πάνω στην Πέτρα της, κοιτώντας προς το ολόφωτο πέλαγος…
Στους γυμνούς της ώμους διέκρινε ένα ψιλό τρέμουλο
και στα ανέμελα ριγμένα στις πλάτες ξανθά της μαλλιά,
μια ανάλαφρη ανάδευση από το φύσημα του Νοτιά

Λεπτεπίλεπτη φιγούρα, βγαλμένη από τη σκιά του χρόνου…
Πλάι της, στην ξέρή άμμο,
ακουμπισμένες δυο πέτρες, γκρίζες και τραχιές,
οι πέτρες της ζωής της!
Έμοιαζε χαμένη στις σκέψεις της,
παραδομένη στον απόλυτο χρόνο, στον απόλυτο τόπο.
Μια νεράιδα στο σκοτεινό πέπλο του κόσμου αφημένη,
μια Μικρή Μάντισσα, με χρώματα ιριδίζοντα και φωτεινά.
Δεν μπόρεσε να αντισταθεί στην ικεσία της μορφής της…
Ξεκίνησε μ’ αμφίβολο βήμα να βρεθεί στο πλάι της
επιθυμώντας όσο τίποτα άλλο,
να αγγίξει αγγίζοντάς την, το Απόλυτο!

Καθώς τον αντιλήφθηκε, γύρισε, «τον κοίταξε»
Με πρόσωπο στην αρχή τρομαγμένο, ύστερα θαμπό,
και στρέφοντάς το πάλι προς το πέλαγος,
κούνησε ελαφρά το κεφάλι της, σε ένδειξη χαιρετισμού

-Πες μου τι βλέπεις; Τη ρώτησε
Εκείνη έκλεισε τα μάτια και αφέθηκε στη σιωπή της

-Τι βλέπεις, την ξαναρώτησε
-Τα πάντα και το τίποτα μαζί,
του απάντησε χωρίς φωνή

Τρομαγμένος, σαν μια κίνηση απελπισίας,
χώθηκε στη φούστα της,
κρύβοντας το πρόσωπό του στις μαύρες πτυχές της
Το χέρι της τον άγγιξε με κίνηση απαλή
Η φωνή της στην αρχή νευρική και κατόπιν πιο βελούδινη,
ξεκίνησε ένα ρυθμικό και θλιμμένο τραγούδι
χωρίς λόγια, χωρίς μουσική,
χωρίζοντας τη σιωπή της νύχτας σε μικρά πετραδάκια
που έπεφταν και έσπαγαν σε χιλιάδες μικρότερα,
κάνοντας έναν τρομακτικό κι απαίσιο θόρυβο.
Όταν σώπασε ο άηχος ήχος του τραγουδιού της,
η ανυπαρξία του όλου διαταράχτηκε
από το επίμονο ερωτηματικό του:
-Πες μου, πες μου…
…και τα λόγια του χάθηκαν στη νύχτα
-Δύσκολο να σου απαντήσω, δύσκολο…
Είναι η Σελήνη που δε με βοηθάει απόψε…
Του είπε, χωρίς να του πει κάτι
και η φωνή της, αχ αυτή η φωνή της,
στριμώχτηκε στις άκρες της δικής της σιωπής…

Οι ανάσες των δέντρων
χτυπούσαν ρυθμικά στην ώρα του κόσμου
με τα χρυσοπράσινα φύλλα τους
ενώ τα ρείκια πιο ’κει,
ξεδίπλωναν την μεγαλοσύνη τους μυστικά,
στα μικροσκοπικά πλάσματα της νύχτας

Εκείνη αφέθηκε πάλι στη μοναξιά της Στιγμής,
κοιτώντας το πέλαγος
Όλα έμοιαζαν να ξαναγυρίζουν εκεί απ’ όπου είχαν ξεκινήσει…
Άρχισε να ανεβαίνει τη σκάλα…
Εκείνη δεν τον χρειαζόταν πια
Μαθημένη να σέρνει Πάντα μαζί της, τις δυο πέτρες της ζωής της,
θα έβρισκε μόνη της τον δρόμο της επιστροφής,
ακόμα και χωρίς να τον Βλέπει,
μέσα στην Ακατάλυτη Σιωπή της νύχτας
αλλά και μέσα από τη δικής της τη Σιωπή…

Γιατί Εκείνη, ήταν αναμφίβολα,
γεννημένη μια Μικρή Μάντισσα…


Αρετή Γκιωνάκη, 
Από το βιβλίο "Η ΠΕΤΡΑ ΤΗΣ ΣΙΒΥΛΛΑΣ", 
Εκδόσεις Πνοές Λόγου και Τέχνης
...

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

Spectre - Project 'Poetry in Side" Interaction of Arts

PROJECT "SPECTRE" POETRY IN SIDE | INTERACTION OF ARTS

EXPERIMENTAL PROJECT - POETRY IN SID E | INTERACTION OF ARTS

POETRY IN SIDE | INTERACTION OF ARTS