Αναβοσβήνουν τα λαμπάκια
στο ολοστόλιστο δέντρο των άλλων.
Τα δικά σου είναι από καιρό καμένα
κι ούτε ένα μικρό χαμογελάκι
δεν διακοσμεί την ανυποχώρητη πεποίθηση
πως πάλι τίποτα δεν θα αλλάξει του χρόνου.
Πας στοίχημα;
Αναβοσβήνουν τα λαμπάκια
στο ολοστόλιστο δέντρο των άλλων.
Τα δικά σου είναι από καιρό καμένα
κι ούτε ένα μικρό χαμογελάκι
δεν διακοσμεί την ανυποχώρητη πεποίθηση
πως πάλι τίποτα δεν θα αλλάξει του χρόνου.
Πας στοίχημα;
Στον Γιώργο Φουντούλη
Κανείς δεν έμαθε πόσο ιδρωμένος ήσουν
καθώς διεύθυνες στο Ναύπλιο την ορχήστρα σου.
Σε πρόδωσαν αργότερα οι λευκές γραμμές των αλάτων
που αποχρωμάτισαν το μαύρο σου πουκάμισο.
Μια δεύτερη ματιά, προσεκτικότερη
φανέρωνε πως ήταν παράλληλες γραμμές πενταγράμμου
που πάνω τους η έμπνευση επένδυε μουσικά
το αντικείμενο του ενδιαφέροντος
παιγμένο τρυφερά από τα δάκτυλα
που σαν χορδές παλλόμενες κινούνταν
επάνω στην κιθάρα σου.
Οι Ελένες σου φορούν σανδάλια
είναι ηλιοκαμένες
μιλούν σανσκριτικά ή κάτι άλλο
που μόνο εσύ καταλαβαίνεις
ταξιδεύουν κατάστρωμα
και συνταξιδεύετε
στην ατερμάτιστη διαδρομή τους,
όμως εσύ πάντα αποβιβάζεσαι
με κάποιον τρόπο αργότερα.
Οι Ελένες σου σε περιμένουν
για πανομοιότυπες συναντήσεις,
μόνο και μόνο για να το ξαναζήσεις,
αναγόμενες εκ των υστέρων σε χοάνη
έτοιμη να σε καταπιεί
για άλλη μια φορά.
Γιατί δεν τους αλλάζεις όνομα τελικά;
Με κοίταξες ή ήταν η ιδέα μου;
Στίχους θα κάνω αυτό το βλέμμα
που στους αιώνες θα γίνουν αναλύσεις επί αναλύσεων.
Θα αναρωτιούνται γιατί ο Καβάφης έγραψε για αυτό,
γιατί το πέτρωσε ο χρόνος σαν παρακαταθήκη μυστηρίου
γιατί διάλεξε το στιγμιαίο ρίγος που του προκάλεσαν δυο μάτια
και πλέον θα είναι κι άλλοι που ταυτιζόμενοι θα ριγούν όπως και εγώ.
Δεν θα το άφηνα σε μια φευγαλέα ελαφρότητα να σβήσει
κι ούτε θα το χρωμάτιζα εγώ ο ίδιος.
Αυτό είναι δουλειά όσων θα με διαβάζουν
οι ίδιοι θα του βάζουν το χρώμα
που έβαψε ανεξίτηλα σε μια παρόμοια στιγμή τους τη ζωή τους όλη
κι αναπολώντας το, το αποκήρυξαν, το έκρυψαν, το αναγνώρισαν
ή ως ατελείς οι διορθώσεις που επιχείρησαν
δεν τους ικανοποίησαν ποτέ
γιατί το βλέμμα εκείνο καμία ποίηση δεν το διορθώνει
γιατί ήταν ανώτερο των λέξεων,
αφού εσύ ποτέ δεν έμαθες τι σήμαινε για όλους μας
εκείνη η τυχαία ματιά σου
που φώτιζε τις νύχτες την πόλη που ο Φάρος της έκαιγε εντός μου,
θαύμα και αυτό αυτού του κόσμου.
Με κοίταξες; Δεν είμαι σίγουρος…
Γράφτηκε για την Ημέρα της Ίδρυσης και Θεσμοθέτησης της Παγκόσμιας Ημέρας
Καβάφη, 29 Απριλίου 2024 στον Βόλο από την International Art Academy και υπό
την αιγίδα του Εθνικού Συμβουλίου Ομίλων και Κέντρων για την UNESCO.
Κατεψυγμένα κύτταρα πάγου
ξεπαγώνουν από τις κόρες των ματιών του
και οι νιφάδες των δίδυμων χειμώνων
πέφτοντας, λιώνουν ευθύς
αυλακώνοντας τα ωχρά μάγουλα
που πάνω τους ξεβράζονται
κοχύλια και αναθέματα
συμπαρασύροντας ορμητικά
το παρελθόν που τον οδήγησε
να τραγουδά τα κάλαντα Πελοποννήσου
παρέα με τους άλλους
στο καφενείο της φυλακής.
...
Από τη ποιητική συλλογή «Το στίγμα των βάλτων» - Ποιήματα της φυλακής, εκδ. ΑΩ.
Να αρθρώνεις τις σκέψεις σου
με λέξεις πολυσύλλαβες
που να τονίζονται στη προπαραλήγουσα,
όπως πολυπλοκότητα, αποκωδικοποίηση
και να νιώθεις
ότι εσύ και οι σκέψεις σου
έχετε δρόμο να διανύσετε
μέχρι να εξαντληθούν οι συλλαβές.
Δακρύζει η στρατόσφαιρα από τους καπνούς
που φτάνουν στα ενδότερα
και από κάτω
απανθρακωμένες ελπίδες
μαυρίζουν το τοπίο.
Πύρινα μέτωπα ολόγυρα,
ίδια η κόλαση.
Για βιβλική καταστροφή
μιλάνε στις ειδήσεις.
Κάποιοι δεν θα ξαναβρεθούν στα ίδια μέρη
-έπεσαν νωρίς οι τίτλοι τέλους της ζωής τους.
Βρέχει κατακλυσμό αργότερα
και από πάνω
ο ουρανός πλημμυρισμένος θάνατο
πνίγει το αύριο στη λάσπη.
Τρείς και μισή ανάβω κάθιδρη τον φακό του κινητού
ασφυκτιώ σε όνειρο καλοκαιρινής νύχτας
όπου επιβιβάζομαι στο φέρρυ των διακοπών.
Δεν θέλω να μπω σε αυτό το όνειρο.
Την τελευταία φορά γύρισα μόνη, νωρίτερα, χωρισμένη.
Ένα κουνούπι πολιορκεί το γυμνό μου σώμα
καθ’ οδόν ξυπόλητη προς το ψυγείο.
Πίνω βότκα αντί για νερό, ε, εντάξει!
Βουίζουν από το κλιματιστικό τα αφτιά μου
στο δίπλα διαμέρισμα τα μπινελίκια πέφτουν βροχή,
όρεξη που την έχουν τέτοια ώρα,
ένα ρολό ανοίγει από πάνω
μια τέντα κλείνει από δίπλα
αγέλη σκύλων ουρλιάζει από κάτω
και ο καύσωνας δεν με αφήνει να χορτάσω ύπνο.
Σε τέσσερις ώρες υποτίθεται ξυπνάω, βαράω κάρτα
και στην επιστροφή πιάνω τιμόνι που καίει
οδηγώ στην άσφαλτο που πάνω της
λιώνει η σαγιονάρα της ζεματισμένης τσιμεντούπολης.
Στο διάολο και τα τζιτζίκια.
Μια στάση στο μανάβικο για καρπούζι.
Σκεπασμένα με σεντόνι που το αλλάζει ο λίβας τα έπιπλα
σαν ακατοίκητο το καμίνι που μένω.
Στο δεύτερο ντους βουτάω στα παγωμένα νερά του Ιονίου
γλύφω το αλάτι στο μπράτσο μου, μυρίζω αντηλιακό και δεν σκουπίζομαι.
Στάζοντας, χαζεύω στο διαδίκτυο προορισμούς
που αποκλείεται να πάω και πριν εκραγώ
ένα μήνυμα «Είσαι για ποτό, απόψε;» με σώζει.
Από τον μανάβη, είναι.
...
*Credits for Photo uses as a preview to Pexels.com
Photo editing by Liza Giannouri
Αυτή και εκείνη είναι
δυο σταγόνες που βρέχουν
τα χωράφια της άγουρης σοδειάς
που θα της πάρει χρόνια να ωριμάσει.
Εκείνη και αυτή
σταλαγματιές του ίδιου σύννεφου
αφήνει η κάθε μια το δικό της αποτύπωμα
και λίγο άρωμα βατόμουρου
πάνω στους βρεγμένους,
από τη φλύαρη πτώση των ρανίδων, ώμους.
Οι δυο τους, μαζί και χώρια
κομμάτια σύνθεσης του ίδιου ουρανού
που αλλάζει χρώματα ανάλογα
με τις προδιαθέσεις της βροχής,
αν πέσουν πάνω σου σαν κατακλυσμός
θα είναι γιατί ποτέ δεν θέλησαν
να θεωρήσεις πως θα στεγνώσεις γρήγορα.
Δεν είναι τόσο υδάτινες όσο πύρινες
και το υγρό τους πυρ ενώ σε κατακαίει
υγροποιεί αυτόματα το σύστημα της πυρασφάλειας.
Σε θέλουν επιζώντα αυτής της εμπειρίας.
Η Γκέλη Ντηλιά είναι ποιήτρια και συγγραφέας.
Χρονόμετρο - Γκέλη Ντηλιά
Η ευτυχία δεν κάνει εκπτώσεις
όταν στην έχει στημένη
κι εσύ ανύποπτος γυρίζεις στους δρόμους
σίγουρος ότι κάπου-κάπου θα γευτείς
μια μικρή δόση της,
που έτσι κι αλλιώς σου αναλογεί,
άλλοτε κρυφά, άλλοτε φανερά.
Είναι κι όλοι αυτοί οι υπόλοιποι
που απαιτούν το ίδιο,
ενώ δεν πλήρωσαν ποτέ το τίμημα της,
ώστε να κριθούν ικανοί να την αντέξουν.
Δεν κάνεις ρεκόρ κάθε μέρα.
Για αυτό, όταν άξαφνα δεις μπροστά σου
ένα κορίτσι να σου χαμογελά,
προπονήσου, προετοιμάσου σωστά
για την μεγαλοπρεπή της επίσκεψη.
Ο χρόνος μετράει από τώρα…
,,,
Τα ρέστα - Γκέλη Ντηλιά
Όταν η ζωή σου κατεβάσει το κάτω εσώρουχο,
μην κατηγορήσεις τους άλλους
που απολάμβαναν το θέαμα
επί πληρωμή,
ούτε να ζητήσεις τα ρέστα
απ’ τον Βούδα, τον Μάο ή τον Φρόιντ,
που αντικαθιστούσαν την κόκκινη λάμπα
όταν καιγόταν,
ή να τα ρίξεις
στην καταγωγή, τον καιρό ή το διαδίκτυο,
που άλλαζαν τα σεντόνια στο κρεβάτι
σ’ ένα δωμάτιο με μονίμως κλειστά παντζούρια.
Προπάντων, μη νομίσεις
ότι ήταν θέμα τύχης.
Γιατί, όταν της ζωής σου τα απόκρυφα
βγουν στο φως,
ασχέτως αντιτίμου,
το πνεύμα διαμαρτυρόμενο,
αδιαφορεί αν το επάνω σου εσώρουχο
είναι 85D.
Μια παπαρούνα της εθνικής οδού
βρήκε το δρόμο της
και έφτασε στα χέρια σου
που την άγγιξαν βελούδινα.
Αλλοτινές εξορμήσεις στην ύπαιθρο
και λαίμαργα μαζέματα σε δέσμες
έμπαιναν στο νερό
μέσα στο πορσελάνινο βάζο της τραπεζαρίας
μα τώρα το άλικό της σε αντίθεση με τη μαυροφορία σου
τονίζουν το χρυσαφί στα μάτια σου
που κανείς μέχρι σήμερα δεν είχε προσέξει- τι κρίμα!
Δεν ήξερα ότι σου άρεσαν οι παπαρούνες,
όταν σταμάτησα για να τη κόψω.
όλοι οι άντρες
που μπήκαν μέσα μου
κι όλες οι γυναίκες
που περπάτησαν δίπλα μου
κι ύστερα αλλάξαμε πεζοδρόμιο
και δύο παιδιά:
αυτό που γέννησα
κι εκείνο που είμαι.
...
1ο Βραβείο, 7ος Πανελλήνιος Διαγωνισμός Ποίησης και Φωτογραφίας με θέμα «Γυναίκα…», Πολιτιστικού Τμήματος Δήμου Ευόσμου – Κορδελιού Θεσσαλονίκης, Μάρτης 2020
Τελευταία στιγμή άλλαξα θέση
και ζω από τύχη καθαρή.
Στα βαγόνια 1 και 2 οι ζωές εκτροχιάστηκαν,
τους έπιασε στον ύπνο το μοιραίο
και ξύπνησαν στον άλλο κόσμο.
Πήρα παράταση ζωής
κι ας μας έστελνε ιλιγγιωδώς
σε σύγκρουση μετωπική με θάνατο
ένα κουμπί που δεν πατήθηκε
ένα φως που δεν άναψε
και όσα δεν είχαν γίνει όταν έπρεπε.
«Ανθρώπινο λάθος», είπαν εκ πρώτης όψεως.
Η Άνοιξη αναβάλλεται επ’ αόριστον.
Πενθούμε άπαντες.
Να σου δώσω
κάτι φιλιά
αχρησιμοποίητα
από συσκευασίες κλεισμένες αεροστεγώς
που σκονίζονταν χρόνια
στα ντουλάπια της αναμονής.
Να μου δώσεις
κάτι φιλιά
απροσδόκητα
σε σημεία παρθένα
που επίτηδες κράτησα
αναμένοντας.
Άργησες
και τώρα
κάθισαν άλλοι πρώτο τραπέζι πίστα,
που το είχες δεδομένο.
Κι όπως εκσφενδόνιζες απ’ το δεύτερο,
αδιαφορώντας,
πιάτα, προσβολές, προκλήσεις
μέσα στη μέγγενη της μέθης,
ήρθαν στα χέρια
όρια που ξεπεράστηκαν
και υπολήψεις που κτίζονταν ημερησίως.
Για ένα τραπέζι.
Ξημερώματα,
ο κόσμος σου αναποδογυρίστηκε
τρέχοντας ξέφρενα
σε μια γνωστή στροφή
και σταμάτησε να γυρίζει, για πρώτη φορά.
Ευτυχώς!
Δεν είχες προλάβει να κάνεις παρανάλωμα
όλο το μαγαζί.
ΛΙΘΙΝΗ ΕΠΟΧΗ - Γκέλη Ντηλιά
Εκτός ορίων πόλης
στα σκυλάδικα
ρημάζουν οι μικροφωνικές εγκαταστάσεις
και πίσω, στα καμαρίνια
βρίσκει κανείς
φθαρμένες παγιέτες, κορσέδων ίσως
ξεραμένες σταγόνες φτηνού ουίσκι
που έσταξε από τα χείλη
σέξι, όσο δεν παίρνει, τραγουδιστριών
να συνυπάρχουν
με σωματικά υγρά πελατών
που κατόπιν έρευνας αγοράς
αποδείχτηκε
ότι η επιτυχία του προϊόντος
ήταν αναμενόμενη
σπάζοντας πιάτα, ακούγοντας
«Έχω κάψες», Μαίρη Μαράντη.
ΑΙΝΙΓΜΑ - Γκέλη Ντηλιά
Όχι τραγουδίστριες,
μια κατηγορία μόνες τους
των σκυλάδικων οι τραγουδιάρες
θαυματοποιοί θεών λίγων ωρών
διαλύονταν τα θαύματα σαν έσβηναν τα φώτα.
Δεν τις έψαξαν ποτέ οι θεοί
το πραγματικό τους όνομα για να ρωτήσουν,
υπήρξαν ή ήταν φαντασίωση;
Μέχρι πρωίας από τραπέζι σε τραπέζι
κάθονταν και σηκώνονταν τρεκλίζοντας
μικρόφωνα κλειστά
νομάδες επαρχίας.
Φιλιά φτηνής σαμπάνιας ψεκασμένες
λαιμοί αστραφτεροί, αναστατωμένοι
αποτυπώματα θαμώνων διάσπαρτα
πάνω στα λαμέ φουστάνια και κάτω από αυτά
πνιγμένων συντροφιά
με πολλά μηδενικά ο λογαριασμός.
Ξεβαμμένες αργά το μεσημέρι
καινούργιες ρυτίδες αναμνηστικές
κάθε ξημέρωμα άναβαν σπίρτα
και γίνονταν στάχτη.
Η Γκέλη Ντηλιά είναι ποιήτρια και συγγραφέας
Όταν ξεμένω από αυταπάτες
σηκώνομαι και πλένω τα πιάτα
αφήνω πρόσωπα στα Βατερλό τους
βαδίζω σαν αναστενάρης πάνω σε καρβουνιασμένα πάθη
γυρεύοντας μια αγάπη ξεκούραστη
σαν την Κυριακή
και ο καπνός του πούρου δίπλα μου
πλέκει στον αργαλειό δίμιτα την αλήθεια.
...