Κόσμε,
μες στα χωράφια
τον ήλιο μοιράζομαι
με άλλους.
Αλλά δεν σε αφορούν
τα ονόματα,
ούτε κι οι θλίψεις μας.
Μα και η χαρά μας,
ξέχωρα απ’ τις πόλεις σου
προχωρά.
Στον βορρά δεν χτίζουμε
δηλητηριασμένα τόξα,
να τρυπήσουνε τον ουρανό
κι ούτε φυλακές
για θεριά σκαρώνουμε.
Και στην ανατολή,
τις φωτιές έξω απ’ τα νύχια
των ερπετών αφήνουμε.
Ας λυσσομανάνε οι
αρνητές
γιατί λακίζουμε
απ’ τις εξουσίες τους,
τα μάτια μας κλείνουμε
με μαντίλια ματωμένα.
Κόσμε,
απ’ τις άνευρες κοσμογονίες
τρέχουμε μακριά.
Σ’ αφήνουμε
πάθη φριχτά να λαλείς
και ν’ ανεβοκατεβάζεις
τις επιθυμίες της φτωχολογιάς
(προς συμμόρφωση),
θεάματα για υπάτους
και ιερατεία.
Στη φρεσκολουσμένη δύση,
πρωτοστατείς
και πάνω σε ψηφίδες και αριθμούς
απλώνεις όλο
και πιο κατεργασμένα προσωπεία.
Ψεύδη κολλάς
στα τηλεπλέγματα,
προετοιμασία για μασκαρέματα
και επελάσεις θανάτου.
Μα κόσμε ,
λαίμαργα βγάζουμε
το αλάτι της γης,
εμείς, οι ανώνυμοι ποιητές.
Στις μητροπόλεις ( του νότου)
το σπέρνουμε,
να φυτρώσουνε λέξεις,
άγριοι ωκεανοί να γίνουνε,
να λιώσουνε
τις αφύσικες καταβολές.
Με μουσική
να σαβανώσουνε τα ξερά σου
δεκανίκια
και τα μάτια των αθώων
ν’ αδειάσουνε
από ευτυχίες.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου