Το βρήκε σε μια γωνιά
της παλιάς αποθήκης
καθώς έψαχνε
ανάμεσα σε άχρηστα πράγματα
για τα σπαράγματα
των παιδικών της χρόνων.
Ήταν ένα λούτρινο αρκουδάκι
φθαρμένο
από το πέρασμα του χρόνου
παρατημένο
σ’ ένα χάρτινο κουτί
που απαριθμούσε τις χαραγές
στο μέτωπο
της εύηχης ανθοφορίας
μιας πρότερης Ανατολής
σημάδι παρένθεσης
στον κύκλο της ζωής.
Φύσηξε στο πρόσωπο του
σα να ’θελε
να του δώσει πνοή
ν’ ακούσει το θρόισμα
από τα φύλλα
της καρδιάς του
που αναπολούσαν
το άρωμα της νιότης
ξεχασμένο κάποιο πρωινό
στο λόφο
με τους αυτόδηλους προπομπούς
των χοηφόρων παρθένων
και ν’ αφουγκραστεί
τον ήχο της βροχής
για τ’ όνειρο
που αρνήθηκε να ζήσει
όταν ο παραστάτης άγγελος
της έγνεψε με έμφαση
να προχωρήσει
δίχως φόβο
στο διάσελο του πεπρωμένου.
Δυο σταγόνες δάκρυ
κύλησαν αργά
στα χλωμά μάγουλα της
όταν αντίκρισε
μια τρύπα
πάνω στο λευκό στέρνο του
ακριβώς εκεί
που θα ’πρεπε ν’ ακούγεται
ο παλμός της ύπαρξης
παράθεση σφυγμού
στο εδώλιο
μιας άσκοπης διαδρομής
αφού προ πολλού
είχε απολέσει
τα εχέγγυα της παρουσίας του.
Ψηλάφισε
την αναίμακτη πληγή
πρόξενο ακαριαίου θανάτου
κι αναλογίσθηκε
τις συνέπειες του ανέφικτου.
Στο περιθώριο του τέλους
ένα πικρό «γιατί;»
που έμοιαζε με στεναγμό
βγήκε από τα τρεμάμενα χείλη της.
Ύστερα
ένας λυγμός
τράνταξε
το μαραμένο στήθος της.
Πέταξε μακριά
το λούτρινο αρκουδάκι
κι έμεινε ασάλευτη
με το βλέμμα
καρφωμένο στο κενό
και τη σκέψη της
να περιδιαβαίνει
τα σοκάκια της έκλειψης.
Ένιωθε
πως έκλεισε οριστικά
πίσω από την κουρτίνα της φυγής
μια εποχή
που δεν θα ’βρισκε
ποτέ ξανά
τον μίτο της
χαμένη
στον λαβύρινθο της λήθης.
Χρήστος Θ. Παπαγεωργίου

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου