Άκαρπος ήταν ο ένας κι'η άλλη γη βρεγμένη
μόνο τον σπόρο του ζητούσε
σοδιά να βγάλει λαχταρούσε.
Ποτέ δεν έπαψε όμορφα να πιστεύει
πάντοτε σκεφτότανε πως θα τα καταφέρει
Είμαι νέα ακόμα έλεγε, έχω κι'άλλο χρόνο
ας μην γεμίζω την καρδούλα μου, άδικα με πόνο.
Ο άντρας της στεκότανε, εκείνη καρτερούσε
ενώ ταυτόχρονα σκεφτότανε, πως θα χαμογελούσε.
Ας αγόρασω άνθη έλεγε, να βάλω στην καρδιά της
μήπως και λάμψει επιτέλους η σκοτεινή μεριά της.
Πήγαινε λοιπόν λουλούδια να αγοράσει,
και είδε μια γριούλα που ήθελε τον δρόμο να περάσει.
Τρέχει για να την βοηθήσει και αφού την βοηθάει
εκείνη τον ευλόγησε και αμέσως απαντάει.
Τελείωσαν πια τα βάσανα ευλογημένος να'σαι ,
και δίνει στο χεράκι του τον σπόρο που ζητούσε
και αμέσως της απάντησε...της χαμογελούσε.
Έτρεξε πίσω στην γυναίκα του πως γύρισε με σπόρο.
Τρία δεντράκια φύτρωσαν κάτω από τον ήλιο
Έλαμψε πια η σκοτείνη της η πλευρά.
Και ζήσαν και οι δυο τους ευτυχισμένοι πια.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου