Αποβροχάρα μια γαλήνη είχε ξεμείνει,
στου δάσου τα δεντρά, στα μονοπάτια,
του βουρκωμένου σύγνεφου τα μάτια,
της γης τον πόνο είχε απαλύνει.
Τέτοια ώρα ο λογισμός διψά και πίνει,
της γης τα πλούτη, από χρυσά κανάτια,
κι ως βάρκα κυλά, με γερά ξάρτια,
και της ζωής την πίκρα αργοσβήνει.
Μα του ηλιού ο χρωστήρας ξαναρχίζει,
να ροδοβάφει σύννεφα στη Δύση,
κι είν’ έγνοια, η βροχή να μην ξυπνήσει.
Στιγμές γλυκές της σιωπής που ανθούνε,
στα σπίτια που η αυλόπορτά τους τρίζει,
κι οι γκιόνηδες αργά μονολογούνε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου