Καλά το ξέρω — είπε
κανείς δεν θα `ρθει στο σταθμό
να μ’ αποχαιρετίσει
καλά το ξέρω
οι λέξεις πού είπα απελπιστικά
ξεπήδησαν απ’ τ’ αυτιά τους
πανάρχαια αθωότη
που `γινε σημερνός καταναλωτής
του μήνα νοίκι να πληρώσει
και ν’ απολαύσει τη σταφιδιασμένη
σιωπή μοναχικό του χτυποκάρδι
κι ωρίμασα πολύ λεπτός ψέμματα για να λέω
που σαν λεπρός θα κουβαλάω το κορμί
φλοιός καλαμποκιού απ’ τον αγέρα
στο πεζοδρόμιο φυσημένος
εκεί που αδάκρυτος καραδοκεί ο Χάρος.
Καλά το ξέρω — είπε
χαρούμενος το τέλος προσδοκώ
σ΄αυτόν τον ήσυχο του πόνου δρόμο
μα πριν να φύγω υπόσχομαι
στους λίγους που μ’ αγάπησαν: το ίδιο
τραγούδι θα σας τραγουδήσω
και την επόμενη φορά.
PROMISE
I know it well—he said
no one will come
to the station to say goodbye
I know it well
for the words I spoke
bounced hopelessly off their ears
the old times innocence
turnedinto today’s consumer
to pay this month’s rent
enjoy the dried up prune
of silence in single heartbeats
and I grew too soft to lie
like a leaper I’ll carry my body
husk of a corn
windblown to the sidewalk
where the tearless Hades lurks
I know it well — he said
joyously I long for the end
in this narrow street of grief
yet before I leave
a promise I’ll make to the few
I have befriended: the same song

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου