Σε μια μικρούλα που έφερε την Άνοιξη
Δε θυμάμαι
τη μέρα που γεννήθηκες
θυμάμαι όμως
το φωτεινό προσωπάκι σου
μικρό σαν λιλιπούτειο φεγγάρι
τα ματάκια που ατένιζαν
για πρώτη φορά τον Κόσμο
τα χεράκια που απλώνονταν
κάνοντας ακαθόριστες κινήσεις
ενώ εγώ
απολάμβανα την θαλπωρή σου
την αγάπη
που σκόρπαγε απλόχερα η έλευση σου
σα να ’θελε ν’ αφουγκραστεί
το θαύμα της δημιουργίας
που μπόρεσε να χωρέσει
σ’ ένα τοσοδούλι, τρυφερό κορμάκι.
Ύστερα
μέρα με τη μέρα έπαιρνες σχήμα
το γέλιο σου ακουγόταν
όλο και πιο δυνατό
και γινόταν δροσιά
λίκνο αθωότητας κι ελπίδας
δύναμη ανεξάντλητη
που έκανε τους παλμούς
να γίνονται σάλπισμα
ύμνος
στις αντανακλάσεις του ωραίου
που κυλούσε σαν γάργαρο νερό
σε κρυστάλλινο ποτάμι χαράς.
Κι ήταν εκείνο το τριαντάφυλλο
που ήρθε και χρωμάτισε
με τα ρόδινα πέταλά του
τα βελούδινα μαγουλάκια σου
απαλό σαν χάδι
σαν ψιθύρισμα δροσερού αγεριού
σαν εκμυστήρευση ευφορίας
στον κήπο της Άνοιξης.
Βάδισε μικρή μου με σιγουριά
ο φόβος δεν έχει θέση
στην καρδούλα σου
ακολούθησε
τον ανθόσπαρτο δρόμο σου
άφησε το άρωμά σου
να σημαδέψει το διάβα σου
και είθε φύλακας άγγελος
να στέκει δίπλα σου
να σε σκεπάζει με τα φτερά του
να είναι ο ίσκιος σου
φάρος αδιάλειπτος
που θα οδηγεί τα βήματά σου.
Χρήστος Θ. Παπαγεωργίου

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου