Ανέβαινε ψηλά
περήφανα
με σίγουρο βηματισμό
πάνω στο αγέρι
που φύσαγε απαλά
και τον σήκωνε στα χέρια
κι αυτός με τη σειρά του
κουβαλούσε
μια πανδαισία χρωμάτων
λες κι ένα ουράνιο τόξο
πήρε το πινέλο και την παλέτα του
μετά την ανάπαυλα της βροχής
για να στολίσει
με τέχνη απαράμιλλη
την χάρτινη θωριά του.
Πήγαινε
όλο και πιο ψηλά
σκαρφαλώνοντας σταθερά
για να γίνει κουκίδα
ή σχεδόν κουκίδα
τα χρώματά του
ήταν πια
μια λιλιπούτεια παρένθεση
στο γαλάζιο
που απλωνόταν ολόγυρα
σα να ’θελαν να χωρέσουν
σε διαστάσεις
που λίγο απείχαν
από εκείνες του μηδενός.
Απολάμβανε με βουλιμία
τα επάλληλα σκιρτήματα
μιας έκδηλης ευδαιμονίας
καθώς αιωρούταν στο κενό
ενώ ο κόσμος
κάτω χαμηλά
όλο κι απομακρυνόταν
και φάνταζε
πιο μικρός
κι από την μικρότητά του.
Ο σπάγκος
που σαν ομφάλιος λώρος
τον ένωνε με τη γη
ήταν σχεδόν αόρατος
σαν μια λεπτή
μισοσβησμένη γραμμή
κι έδειχνε
να τον κρατάει δέσμιο
της γήινης φύσης του
και να ανακόπτει
το πέταγμα του
προς το άπειρο.
Στάθηκα για λίγο
κοιτάζοντάς τον
με απορία και θαυμασμό.
Ξαφνικά
για λόγο ανεξήγητο
ο σπάγκος κόπηκε
και τότε είδα
τον εφήμερο κομιστή
του ονείρου
να πέφτει ανεξέλεγκτα
και να χάνεται
στο βάθος της απώλειας.
Ο σπάγκος
που μέχρι εκείνη τη στιγμή
πίστευα εσφαλμένα
πως εμπόδιζε
το ελπιδοφόρο πέταγμά του
και δε τον άφηνε
να πάει
ακόμα πιο ψηλά
ν’ αγγίξει την οροφή
του ανεκπλήρωτου
ήταν τελικά
η κρυφή δύναμη
που του πρόσφερε
την βραχύβεια εμπειρία
μιας ηδονικής
- πλην όμως ημιτελούς -
αιώρησης
πάνω από το αβέβαιο.
Χρήστος Θ. Παπαγεωργίου

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου